Ο Μίκης Θεοδωράκης και οι φίλοι του στην Κρήτη

Κραταιός «Ζορμπάς»

E-mail Εκτύπωση
Share

 

Επτά, Κυριακή 6 Ιουλίου 2014

Ο ΥΨΗΛΟΣΩΜΟΣ γέροντας έγειρε χαμογελώντας το κεφάλι σε χαιρετισμό, ενώ το κοινό (6.000) τον αποθέωνε χειροκροτώντας. Ηταν ο Μίκης λίγο πριν από την έναρξη του «Ζορμπά» στο Καλλιμάρμαρο και ήταν η ελληνικότητα μέσα από αυτό το μοναδικό συμφωνικό έργο, αλλά και μέσα από τα τραγούδια που ο συνθέτης θέλησε να το συντροφέψουν.

alt

Και κοντά στη χορωδία και την ορχήστρα της Λυρικής ήταν ακόμη η Μαρία Φαραντούρη με την -στην κυριολεξία- επική φωνή της. Και βέβαια ήταν το μπαλέτο της Λυρικής στην κλασική πια χορογραφία του Λόρκα Μασίν.

Θέλοντας και μη, βλέποντας κι ακούγοντας, κοινωνώντας επί της ουσίας, πήγα πέντε χρόνια πίσω κι έβλεπα τον Μιχάλη Κακογιάννη στο γραφείο του, όταν μου αφηγούνταν τη ζωή του για να γεννηθεί αργότερα η βιογραφία του. Οι μαγνητοφωνήσεις είχαν προχωρήσει πολύ όταν φτάσαμε στο κεφάλαιο «Ζορμπάς» κι έτσι με κερδισμένη την εμπιστοσύνη του δουλεύαμε καλά, αστειευόμασταν, γελούσαμε συχνά.

Μου έλεγε τότε: «Το διάσημο φινάλε του Ζορμπά ξεκινά με τα πρώτα μέτρα του "Στρώσε το στρώμα σου για δυο" και καταλήγει σε Συρτό Χανιώτικο. Ηταν δική μου η συνταγή. Είχα ζητήσει το συγκεκριμένο μουσικό θέμα από τον Μίκη ένα βράδυ πριν από το γύρισμα. Πίστεψε πως ήθελα κάτι πρόχειρο για να βγάλω τη σκηνή και πως θα έγραφε ένα ολοκληρωμένο θέμα στη συνέχεια. Ουσιαστικά δημιούργησε κάτι για να το πετάξει κι αυτό έκανε το γύρο του κόσμου, πουλώντας πάνω από 50 εκατ. δίσκους εκείνη την εποχή. Οσο για την ονομασία του "συρτάκι", εκ του Συρτός, το βάφτισε έτσι ο Εντι Μπάρκλεϊ, ο Γάλλος ιδιοκτήτης της ομώνυμης δισκογραφικής εταιρείας, που λάνσαρε και τα "Παιδιά του Πειραιά"».

Τόσο απλά!

Μέσα στην εβδομάδα μπήκα στο Ιντερνετ αναζητώντας στοιχεία. Μεταφέρω: «Ο "Ζορμπάς" είναι ένα συμφωνικό έργο γραμμένο από τον Θεοδωράκη το 1987 κατά παραγγελία της Οπερας της Βερόνα. Δεν είναι απλώς η πιο διάσημη σε ολόκληρο τον κόσμο νέα πνευματική δημιουργία, αλλά αποτελεί επιτομή του σύγχρονου ελληνικού μύθου. Είναι η πιο έντονη σφραγίδα στο πρόσωπο της σύγχρονης Ελλάδας. Ακόμη και σήμερα, σχεδόν μισό αιώνα μετά την πρώτη φορά που ακούστηκε αυτή η μουσική στην ταινία του Μιχάλη Κακογιάννη με τον Αντονι Κουίν, υπάρχουν ακόμα άνθρωποι σε όλες τις άκρες του κόσμου που ακούγοντας τις δύο πρώτες νότες, ακούν την Ελλάδα».

Την προηγούμενη Κυριακή έκανε κι άλλα άλματα το μυαλό μου. Σκεπτόμουν π.χ. τον Σκαλκώτα και τους «Ελληνικούς χορούς» του, τον Ντβόρζακ και τον «Μολδάβα» του, σκεπτόμουν συνθέτες που πάτησαν πάνω στην κληρονομιά της γενέτειρας γης και την πρόσφεραν ανανεωμένη στον κόσμο όλο.

ΚΙ ΥΣΤΕΡΑ κουβεντιάζοντας λέγαμε για τις ανοησίες που εξάγει σήμερα η Ελλάδα σε «συσκευασία Γιουροβίζιον». Λέγαμε για το κρίμα και το άδικο, για να καταπιούμε εν τέλει τη στενοχώρια μας και να μείνουμε σε ό,τι είχαμε δει και σε ό,τι είχαμε ακούσει, σε ό,τι εν κατακλείδι μάς είχε κάνει περήφανους σ' αυτούς τους δύσκολους καιρούς, για τη ράτσα μας.

 

Διάλογοι & Διαλογισμοί

Ομιλίες & Κείμενα

Διεθνές Συνέδριο

"εκ βαθέων"

ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ